Κανονισμός Διαμεσολάβησης

  • slide-001
    “Εμπιστευτικότητα και αμεροληψία„
  • slide-001
    “Ευθυκρισία και ταχύτητα
    στην επίλυση των διαφορών„
  • slide-001
    “Δημιουργικότητα στην
    εξισορρόπηση συμφερόντων„
  • slide-001
    “Αποτελεσματικότητα και συνέπεια„
stoxoi-oddee sixnes-erotiseis kanonismoi-oddee
Είσοδος Διαιτητών – Διαμεσολαβητών

Κανονισμός Διαμεσολάβησης

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο ως επίσημος εκπρόσωπος των γερμανικών οικονομικών φορέων στην Ελλάδα, αποσκοπεί στην προώθηση των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας. Στο πεδίο της αποστολής του αυτής εντάσσεται μεταξύ άλλων και η παροχή υπηρεσιών με σκοπό την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων ή/και φυσικών προσώπων που συμμετέχουν στις ανωτέρω διμερείς εμπορικές σχέσεις. Η δημιουργία του Οργανισμού Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης (ΟΔΔΕΕ) υπηρετεί τον προαναφερόμενο στόχο, αφού προσφέρει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από το αν τα μέρη είναι μέλη του Επιμελητηρίου, τη δυνατότητα της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών τους με εναλλακτικούς τρόπους, όπως εκείνους της Διαιτησίας και της Διαμεσολάβησης, καθώς και με συνδυασμό των δύο αυτών διαδικασιών. Το Τμήμα Διαμεσολάβησης του ΟΔΔΕΕ μεριμνά για τη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα οδηγήσουν σε μια θετική έκβαση κάθε διαδικασία διαμεσολάβησης βάσει των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού Διαμεσολάβησης, ο οποίος ρυθμίζει τη σχετική διαδικασία, ανεξάρτητα από το αν τα μέρη έχουν την έδρα ή την κατοικία τους στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή. Με τη διαδικασία διαμεσολάβησης του παρόντος Κανονισμού επιδιώκεται η εξωδικαστική επίλυση των διαφορών με βάση τα εκατέρωθεν συμφέροντα των μερών, σκοπός που επιτυγχάνεται με τη βοήθεια των πιστοποιημένων – σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3898/2010 για την Διαμεσολάβηση σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις-Διαμεσολαβητών του Καταλόγου Διαμεσολαβητών του ΟΔΔΕΕ.
 

Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1 [Πεδίο εφαρμογής]

1. Οι διατάξεις του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται κατόπιν συμφωνίας σε οικονομικές διαφορές μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντότητων, οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 3898/2010 έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, ανεξάρτητα από το αν τα διάδικα μέρη είναι μέλη ή μη του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου ή αν πρόκειται για εσωτερικές ή διασυνοριακές διαμεσολαβήσεις.
2. Η εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού Διαμεσολάβησης προϋποθέτει την κατάρτιση μεταξύ των μερών, του Διαμεσολαβητή και του ΟΔΔΕΕ συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία διαμεσολάβησης του ΟΔΔΕΕ. Η συμφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία διαμεσολάβησης που διεξάγεται υπό την εποπτεία του ΟΔΔΕΕ (Συμφωνητικό Υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση ΟΔΔΕΕ) καταρτίζεται πάντοτε εγγράφως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 6 του παρόντος Κανονισμού. Έγγραφη θεωρείται και η συμφωνία, η οποία καταρτίζεται με ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, τηλεγραφημάτων ή ενυπόγραφων τηλεομοιότυπων, και ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mails).
3. Ο Κανονισμός Διαμεσολάβησης εφαρμόζεται και σε συμβάσεις στις οποίες έχει συμφωνηθεί ρήτρα διαμεσολάβησης αφορώσα σε μελλοντικές διαφορές. Σχετικό υπόδειγμα ρήτρας βρίσκεται στο Παράρτημα 1 του παρόντος Κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, πριν από την έναρξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης επιβεβαιώνεται η ρήτρα με τη συμφωνία υπαγωγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του παρόντος Κανονισμού.

 

Άρθρο 2 [Ορισμοί]

1. Κανονισμός ή Κανονισμός Διαμεσολάβησης: Ο Κανονισμός Διαμεσολάβησης του Οργανισμού Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου.
2. Κατάλογος Διαμεσολαβητών: Ο Κατάλογος Διαμεσολαβητών ΟΔΔΕΕ .
3. Διαμεσολαβητής: Το τρίτο σε σχέση με τα μέρη πρόσωπο, το οποίο επιλέγουν τα μέρη από τον Κατάλογο Διαμεσολαβητών (κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος), ή το οποίο ορίζεται καθ’ υπόδειξη του Συντονιστή Διαμεσολάβησης, αν τα μέρη το επιθυμούν, και από το οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, λειτουργώντας υπό την εποπτεία του ΟΔΔΕΕ και στο πλαίσιο του παρόντος Κανονισμού. Επιλέγεται μόνο ένας Διαμεσολαβητής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν, ο Διαμεσολαβητής δύναται να επικουρείται από άλλα πρόσωπα (βοηθούς ή εκπαιδευόμενους διαμεσολαβητές ή υπαλλήλους του ΟΔΔΕΕ ), τα οποία υπόκεινται στους όρους του παρόντος Κανονισμού.
4. Συντονιστής Διαμεσολάβησης ΟΔΔΕΕ: Το πρόσωπο το οποίο συμβουλεύει και επικουρεί τα μέρη στα θέματα που αφορούν στη διεξαγωγή της διαδικασίας διαμεσολάβησης, και επιλέγει τον Διαμεσολαβητή όταν του ζητηθεί από τα μέρη. Πρέπει να είναι διαπιστευμένος διαμεσολαβητής σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3898/2010, δεσμεύεται από τον παρόντα Κανονισμό, δηλώνοντας εγγράφως πριν από κάθε διεξαγόμενη διαδικασία διαμεσολάβησης ότι θα τηρήσει το απόρρητο της διαδικασίας. Επίσης, παρακολουθεί και ελέγχει την πλήρη εφαρμογή και εκτέλεση των διατάξεων του Κανονισμού Διαμεσολάβησης, ασκώντας τα γενικώς και ειδικώς προβλεπόμενα καθήκοντά του.
5. Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ: Ο/Η εκάστοτε Υπεύθυνος/η του Νομικού Τμήματος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης ενημερώνει τον/την Επικεφαλής για την πρόοδο της εκάστοτε διαδικασίας διαμεσολάβησης. Έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στους φακέλους κάθε διεξαγόμενης διαδικασίας, τηρώντας το απόρρητο της διαδικασίας.
6. Γραμματεία Διαμεσολάβησης ΟΔΔΕΕ: Η αρμόδια υπηρεσία που μεριμνά για τη διεκπεραίωση των διαδικαστικών αναγκών που προκύπτουν από τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαμεσολάβησης.

 

ΙΙ. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

 

Άρθρο 3 [Απόρρητο της διαμεσολάβησης – Αρχή της Εμπιστευτικότητας και Τήρηση Εχεμύθειας]

1. Ο Διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών, ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης, ο/η Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ και το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο, συμπεριλαμβανομένων των προστηθέντων του, καθώς και τυχόν καλούμενοι πραγματογνώμονες, τεχνικοί σύμβουλοι και διερμηνείς, υποχρεούνται στην τήρηση απόλυτης εχεμύθειας σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η υποχρέωση αφορά στην έναρξη, στο περιεχόμενο και στην ολοκλήρωση της διαδικασίας διαμεσολάβησης, ιδίως δε στο αντικείμενο της διαφοράς, στην επικοινωνία των μερών τόσο με τον Διαμεσολαβητή όσο και μεταξύ τους , οποιαδήποτε δήλωση, πρόταση, προσφορά ή ομολογία που διατυπώνεται ενδεχομένως κατά την διαδικασία διαμεσολάβησης, οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί αποκλειστικά για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαμεσολάβησης, καθώς εν γένει και σε κάθε άλλη πληροφορία για την οποία τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν γνώση στο πλαίσιο της εκάστοτε διαδικασίας διαμεσολάβησης, εκτός αν τα μέρη συμφωνούν ρητά και εγγράφως διαφορετικά.
2. Οι συμμετέχοντες στη διαδικασία διαμεσολάβησης δεσμεύονται να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν κατά τη διαμεσολάβηση, εκτός αν η κοινολόγηση του περιεχομένου της είναι απαραίτητη για την εκτέλεσή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 3898/2010.
3. Όλα τα ανωτέρω πρόσωπα κωλύονται να εξετασθούν ως μάρτυρες ή να οριστούν ως πραγματογνώμονες ή τεχνικοί σύμβουλοι ή να μετάσχουν με οποιαδήποτε ιδιότητα σε δίκη ή διαιτησία, η οποία τυχόν επακολουθήσει σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Περαιτέρω, τα πρόσωπα αυτά υποχρεούνται να μην προσκομίσουν σε δίκη ή διαιτησία οποιοδήποτε στοιχείο εν γένει που προκύπτει από τη διαδικασία διαμεσολάβησης ή έχει σχέση με αυτήν στις προαναφερόμενες διαδικασίες, παρά μόνο αν τούτο επιβάλλεται από κανόνες δημόσιας τάξης. Από το απόρρητο εξαιρούνται περαιτέρω οι πληροφορίες των οποίων η απόκρυψη θα προκαλέσει, κατά την κρίση του Διαμεσολαβητή, σοβαρό κίνδυνο σπουδαίας βλάβης στη ζωή ή ασφάλεια κάποιου ή σοβαρό κίνδυνο εμπλοκής του σε παράνομες διαδικασίες.
4. Οι πληροφορίες, τις οποίες αντλεί ο Διαμεσολαβητής κατά τις συναντήσεις του με το ένα μέρος μόνο, δεν κοινολογούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του.
5. Ο ΟΔΔΕΕ διατηρεί το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει ορισμένα στοιχεία, όπως το αντικείμενο της διαφοράς και το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης, με σκοπό την συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων, αυστηρώς υπό τον όρο τήρησης της ανωνυμίας όλων των συμμετεχόντων.

 

Άρθρο 4 [Ο Κατάλογος Διαμεσολαβητών]

1. Στις διαδικασίες εσωτερικής διαμεσολάβησης, η επιλογή του Διαμεσολαβητή ή των Διαμεσολαβητών από τα μέρη γίνεται αποκλειστικά και μόνο από τον ισχύοντα κάθε φορά Κατάλογο Διαμεσολαβητών. Στις διαδικασίες διασυνοριακής διαμεσολάβησης, αν τα μέρη επιλέγουν να διεξαχθεί η διαδικασία διαμεσολάβησης με την συνδρομή περισσότερων του ενός Διαμεσολαβητών, τουλάχιστον ο ένας Διαμεσολαβητής θα πρέπει να επιλεγεί από τον Κατάλογο Διαμεσολαβητών. Ο έτερος ή οι έτεροι διαμεσολαβητές πρέπει να είναι πιστοποιημένοι διαμεσολαβητές από αναγνωρισμένο φορέα του εσωτερικού ή του εξωτερικού.
2. Στον Κατάλογο Διαμεσολαβητών για Ελληνογερμανικές, λοιπές διασυνοριακές και εσωτερικές υποθέσεις δύνανται να εγγραφούν πιστοποιημένοι διαμεσολαβητές: α) σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3898/2010 , και β) νομίμως διαπιστευμένοι, σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις του εξωτερικού, διαμεσολαβητές, εφόσον πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις εγγραφής: α) να έχουν εκπαιδευθεί συνολικά τουλάχιστον 80 ώρες από αναγνωρισμένο φορέα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) να διαθέτουν δικηγορική επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον δέκα (10) ετών, γ) να γνωρίζουν άριστα την ελληνική, τη γερμανική και την αγγλική ή γαλλική γλώσσα.
3. Η εγγραφή στον άνω Κατάλογο Διαμεσολαβητών καθίσταται δυνατή για όσους διαθέτουν τη δικηγορική επαγγελματική εμπειρία της παρ. 3 περ. γ’, ανεξάρτητα αν είναι ή ήταν εγγεγραμμένοι σε Δικηγορικό Σύλλογο εντός ή εκτός Ελλάδος ή είναι δικηγόροι επί τιμή ή συνταξιούχοι δικηγόροι. Η άριστη γνώση της ελληνικής, γερμανικής, αγγλικής και γαλλικής γλώσσας προκύπτει από πιστοποιητικά ή προπτυχιακές ή/και μεταπτυχιακές σπουδές ή από κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο που αξιολογείται από τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης ανά περίπτωση.
4. Οι αιτούντες υποβάλλουν στο Τμήμα Διαμεσολάβησης του ΟΔΔΕΕ σχετική αίτηση εγγραφής και παράβολο εγγραφής, το ύψος του οποίου καθορίζεται με απόφαση του ΟΔΔΕΕ. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης ελέγχει με κάθε πρόσφορο τρόπο αν πληρούνται σωρευτικά οι τυπικές προϋποθέσεις και εγγράφει τους αιτούντες στον Κατάλογο Διαμεσολάβησης ή τους απορρίπτει, αποστέλλοντας σχετική ειδοποίηση με την απόφαση εγγραφής ή απόρριψής τους.
5. Σε ξεχωριστό τμήμα του άνω Καταλόγου εγγράφονται οι Διαμεσολαβητές, οι οποίοι δεν πληρούν όλες τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ειδικά δε την άριστη γνώση της Γερμανικής γλώσσας.
6. Η εγγραφή στον Κατάλογο Διαμεσολάβησης δεν δημιουργεί ασυμβίβαστο για την εγγραφή του ιδίου προσώπου στον Κατάλογο Διαιτητών ΟΔΔΕΕ.
7. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης και ο/η Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ αναθεωρούν από κοινού τον εν λόγω Κατάλογο, προβαίνοντας στη διαγραφή διαμεσολαβητών με αιτιολογημένη απόφασή τους και στην εγγραφή νέων. Με την πάροδο τριετίας ο ΟΔΔΕΕ δύναται να απαιτήσει από τους εγγεγραμμένους στον άνω Κατάλογο Διαμεσολαβητές την καταβολή παραβόλου ανανέωσης εγγραφής, το ύψος του οποίου καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΔΔΕΕ.
8. Η ιδιότητα του Συντονιστή Διαμεσολάβησης δεν δημιουργεί ασυμβίβαστο για την εγγραφή στον Κατάλογο Διαμεσολαβητών. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης επιλεγεί ως Διαμεσολαβητής, ο Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ παρακολουθεί και ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού.

 

Άρθρο 5 [Αμεροληψία και Ανεξαρτησία του Διαμεσολαβητή – Δεοντολογία]

1. Ο Διαμεσολαβητής οφείλει να είναι αμερόληπτος και ανεξάρτητος. Αν υπάρχουν γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν την αμεροληψία του, υποχρεούται να το γνωρίσει αμελλητί στα μέρη και στον Συντονιστή Διαμεσολάβησης. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης ενημερώνει αμελλητί τον Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ. Στην περίπτωση αυτή, για να συνεχίσει ο Διαμεσολαβητής πρέπει να είναι βέβαιος ότι είναι σε θέση να διεξαγάγει τη Διαμεσολάβηση με πλήρη ανεξαρτησία και ουδετερότητα και να έχει λάβει τη ρητή συγκατάθεση των μερών. Ο Διαμεσολαβητής, στο πρόσωπο του οποίου διαπιστώνεται σύγκρουση συμφερόντων, αντικαθίσταται υποχρεωτικά, ή, αν διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, εξαιρείται μετά από γνώμη του Συντονιστή Διαμεσολάβησης, και επιλέγεται άλλος διαμεσολαβητής σε αντικατάσταση του εξαιρεθέντος, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν εγγράφως ρητά διαφορετικά προς τούτο. Σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται, ιδίως, όταν ο Διαμεσολαβητής σχετίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τα εμπλεκόμενα μέρη και τη διαφορά, για τη διαδικασία επίλυσης της οποίας διορίσθηκε ή όταν εξαρτά συμφέρον από το περιεχόμενο της διαφοράς και των τυχόν συμφωνιών που θα επιτευχθούν – σε οικονομικό, προσωπικό ή άλλο επίπεδο.
2. Ο Διαμεσολαβητής υπογράφει υποχρεωτικά με την αποδοχή του διορισμού του σχετική δήλωση ως προς την αμεροληψία και την ανεξαρτησία, την οποία εγχειρεί στην Γραμματεία Διαμεσολάβησης ΟΔΔΕΕ. Η για οποιονδήποτε λόγο μη υπογραφή της ανωτέρω δήλωσης εξομοιώνεται με αποποίηση της επιλογής του.
3. Ο Διαμεσολαβητής δεσμεύεται από τον παρόντα Κανονισμό, τον Κώδικα Δεοντολογίας του ΟΔΔΕΕ, όπως και από τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θεσπίστηκε με την Υ.Α. 109088/2011. Ο Διαμεσολαβητής, ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης, η Γραμματεία του ΟΔΔΕΕ δεν παρέχουν νομικές συμβουλές και απέχουν από κάτι τέτοιο, έστω και αν του το ζητήσουν τα μέρη, τα οποία και ενημερώνονται για την υποχρέωση αυτή.

 

Άρθρο 6 [Ευθύνη του Διαμεσολαβητή, του Συντονιστή Διαμεσολάβησης, του Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ και του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου και των προστηθέντων του]

Ο Διαμεσολαβητής ευθύνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων του μόνο για δόλο. Ο Συντονίστης Διαμεσολάβησης, ο Επικεφαλής Διαμεσολάβησης ΟΔΔΕΕ και το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο μετά των προστηθέντων του δεν ευθύνονται για οιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του Διαμεσολαβητή που γίνεται στα πλαίσια των καθηκόντων του.

 

Άρθρο 7 [Έναρξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης]

1. Η διαδικασία διαμεσολάβησης αρχίζει με την υποβολή έγγραφης αίτησης του προσφεύγοντος μέρους προς τη Γραμματεία Διαμεσολάβησης ΟΔΔΕΕ στην έδρα του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου (Δορυλαίου 10-12, 115 21 Αθήνα). Η αίτηση του προσφεύγοντος πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
α) Ονοματεπώνυμο / Επωνυμία των μερών με τα στοιχεία επικοινωνίας των ιδίων και των νομικών παραστατών τους (διεύθυνση, κινητό και σταθερό τηλέφωνο, fax, e-mail),
β) Τη ρήτρα διαμεσολάβησης ή το απόσπασμα της σύμβασης, από την οποία προκύπτει η συμφωνία περί διεξαγωγής διαδικασίας διαμεσολάβησης σε περίπτωση διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, εφόσον υπάρχει,
γ) Σύντομη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, την αιτία της διαφοράς και των αξιώσεων (του προσφεύγοντος μέρους),
δ) Έγγραφη δήλωση ενδιαφέροντος για την επίλυση της διαφοράς με υπαγωγή αυτής στη Διαμεσολάβηση του ΟΔΔΕΕ καθώς και έγγραφη δήλωση ανεπιφύλακτης αποδοχής του Κανονισμού Διαμεσολάβησης,
ε) Την –τουλάχιστον κατά προσέγγιση- αξία της υπόθεσης
Στην αίτηση αυτή μπορούν να επισυνάπτονται έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με την διαφορά. Εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή της άνω αίτησης καταβάλλονται οι δαπάνες διαμεσολάβησης που προκύπτουν σύμφωνα με το αρθρ. 16 και το Παράρτημα 2 το παρόντος Κανονισμού.
2. Μετά την έναρξη της διαδικασίας ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης απευθύνει στο άλλο μέρος ή στα άλλα μέρη πρόσκληση για να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Σε περίπτωση κατά την οποία το άλλο μέρος ή τα άλλα μέρη δέχονται τη διεξαγωγή διαδικασίας διαμεσολάβησης, το γνωστοποιούν εγγράφως στην Γραμματεία Διαμεσολάβησης εντός 10 (δέκα) ημερών από τη λήψη της σχετικής πρόσκλησης, αποδεχόμενοι την υπαγωγή στον παρόντα Κανονισμό Διαμεσολάβησης , καταβάλλουν τα αναλογούντα έξοδα φακέλου και καταθέτουν φάκελο της διαφοράς, στον οποίο περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα υπό 1 δ) – 1 ε) προαναφερόμενα στοιχεία.
3. Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ περισσότερων μερών, από τα οποία μόνο μέρος αυτών αποφάσισε να συμμετάσχει σε διαδικασία διαμεσολάβησης, τα μέρη αυτά αποφασίζουν εάν επιθυμούν να συνεχιστεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. Τα μέρη αυτά ανακοινώνουν την απόφαση τους στη Γραμματεία Διαμεσολάβησης. Κατ’ επιθυμία αυτών των μερών η Γραμματεία Διαμεσολάβησης ενημερώνει τα μέρη που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία διαμεσολάβησης για την έναρξη της διαδικασίας.
4. Σε περίπτωση που το άλλο μέρος ή τα άλλα μέρη αρνούνται ρητά να συμμετάσχουν στη διαμεσολάβηση ή δεν απαντούν στην έγγραφη πρόσκληση του Συντονιστή Διαμεσολάβησης εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών, ο τελευταίος ενημερώνει το προσφεύγον μέρος για την περάτωση της διαδικασίας.
5. Εντός προθεσμίας δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποδοχή της διαδικασίας διαμεσολάβησης από το άλλο μέρος κατά τα υπό την παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα και, αν το επιθυμούν, με την συνδρομή του Συντονιστή Διαμεσολάβησης, τα μέρη διορίζουν το Διαμεσολαβητή από τον εκάστοτε ισχύοντα Κατάλογο Διαμεσολαβητών. Σε περίπτωση που τα μέρη δεν επιθυμούν να επιλέξουν τον Διαμεσολαβητή ή δεν δύνανται να συμφωνήσουν στο πρόσωπό του, αυτός επιλέγεται από τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης. Η οριστική επιλογή του Διαμεσολαβητή προϋποθέτει την μη ύπαρξη αντίρρησης ενός τουλάχιστον εκ των μερών. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης δύναται να ανακοινώσει στα μέρη την περάτωση της διαδικασίας, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για το πρόσωπο του Διαμεσολαβητή. Σε περίπτωση συνδιαμεσολάβησης σε διασυνοριακές διαφορές, τουλάχιστον ο ένας Διαμεσολαβητής επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαμεσολαβητών, ενώ ο δεύτερος δύναται να διορισθεί με κοινή απόφαση των μερών από πιστοποιημένους Διαμεσολαβητές του εσωτερικού ή εξωτερικού, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρ. 4 παρ. 1.
6. Μετά την επίτευξη συμφωνίας για το πρόσωπο του Διαμεσολαβητή και την οριστικοποίηση των ειδικότερων συνθηκών της διαδικασίας διαμεσολάβησης, ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης υποβάλλει στα μέρη το Συμφωνητικό Υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση ΟΔΔΕΕ), η οποία υπογράφεται από τα μέρη και τον Διαμεσολαβητή και επικυρούται από τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης και τον Επικεφαλής ΟΔΔΕΕ. Τα μέρη, ο Διαμεσολαβητής και ο ΟΔΔΕΕ λαμβάνουν έκαστος από ένα αντίγραφο.
7. Μετά την υπογραφή του Συμφωνητικού Υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση ΟΔΔΕΕ, ο Διαμεσολαβητής έρχεται αμελλητί σε επαφή με τα μέρη. Περαιτέρω, εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών από την υπογραφή του Συμφωνητικού Διαμεσολάβησης, τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να συμπληρώσουν τους κατά τα ανωτέρω οριζόμενα υποβληθέντες φακέλους με έγγραφα στοιχεία, στα οποία είτε αναφέρονται στη περίληψη της διαφοράς είτε επιθυμούν ρητά να αναφερθούν κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, όπως και με τα δικόγραφα της υπόθεσης, σε περίπτωση που η διαφορά είχε αχθεί ήδη ενώπιον πολιτικού ή διαιτητικού δικαστηρίου. Έχουν δε την δυνατότητα να επισημάνουν ρητά τα έγγραφα τα οποία επιθυμούν να μείνουν απόρρητα.

 

Άρθρο 8 [Οι κανόνες διεξαγωγής διαμεσολάβησης]

Η διαδικασία διαμεσολάβησης διεξάγεται με βάση το Συμφωνητικό Υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση ΟΔΔΕΕ, τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού και, εφόσον υφίσταται κενό ρύθμισης, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της Ελληνικής Νομοθεσίας.

 

Άρθρο 9 [Τόπος της διαδικασίας διαμεσολάβησης - Χρόνος και διάρκεια αυτής]

1. Εφόσον τα μέρη δεν συμφωνήσουν διαφορετικά, τόπος διεξαγωγής της διαμεσολάβησης είναι η Αθήνα και δη η έδρα του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου (Δορυλαίου 10-12, 115 21 Αθήνα). Σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας για οιοδήποτε λόγο ή ενόψει του αριθμού των εμπλεκομένων μερών μη επάρκειας των χώρων του Επιμελητηρίου, η διεξαγωγή της διαδικασίας διαμεσολάβησης πραγματοποιείται σε χώρο που προτείνεται από τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης και αποδέχονται τα μέρη και ο Διαμεσολαβητής.
2. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης, ο Διαμεσολαβητής και τα μέρη καθορίζουν από κοινού τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της συνάντησης διαμεσολάβησης (ημέρα και ώρα). Σε περίπτωση που καθίστανται αναγκαίες περισσότερο από μια συναντήσεις διαμεσολάβησης, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης για το αποτέλεσμα και τη διάρκεια των εκάστοτε συναντήσεων διαμεσολάβησης. Ο Διαμεσολαβητής αποφασίζει από κοινού με τα μέρη για τον προσδιορισμό της επόμενης συνάντησης διαμεσολάβησης.
3.    Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να διακόψει τη διαδικασία διαμεσολάβησης, αν τούτο για οποιοδήποτε λόγο κριθεί αναγκαίο για την πρόοδό της. Η διαδικασία διαμεσολάβησης συνεχίζεται κατόπιν έγγραφης συμφωνίας των μερών.
4. Χωρίς τη ρητή συμφωνία των μερών, η διαδικασία διαμεσολάβησης δεν δύναται να διαρκεί πάνω από 45 (σαράντα πέντε) ημέρες από το διορισμό του Διαμεσολαβητή. Η διάρκεια αυτή δύναται να παραταθεί από τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης με τη συμφωνία του Διαμεσολαβητή και των μερών.

 

Άρθρο 10 [Γλώσσα διαμεσολάβησης]

Η γλώσσα της διαμεσολάβησης συμφωνείται από τα μέρη. Εάν τα μέρη το επιθυμούν, ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης δύναται να τους υποστηρίξει στην αναζήτηση κατάλληλου διερμηνέα, ο οποίος δεσμεύεται από το απόρρητο της διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 11 [Εκπροσώπηση των μερών - Μυστικότητα των συναντήσεων]

1. Τα μέρη παρίστανται στη διαδικασία διαμεσολάβησης με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούνται από αυτούς. Τα έξοδα των νομικών παραστατών των μερών καλύπτονται αποκλειστικά από τα μέρη.
2. Οι συναντήσεις κατά τη διαδικασία διαμεσολάβησης είναι μυστικές. Άλλα πρόσωπα πλέον των μερών και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους δύνανται να παρακολουθούν τη διαδικασία διαμεσολάβησης μόνο με την συναίνεση των μερών.

 

Άρθρο 12 [Μη τήρηση πρακτικών]

Κατά την διαδικασία διαμεσολάβησης δεν τηρούνται πρακτικά. Μετά το τέλος της διαδικασίας διαμεσολάβησης ο Διαμεσολαβητής και τα πρόσωπα, τα οποία τυχόν τον επικουρούν, οφείλουν να καταστρέψουν ενώπιον του Συντονιστή Διαμεσολάβησης όλα τα τυχόν έγγραφα και σημειώσεις που αφορούν στο περιεχόμενο της διαδικασίας διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 13 [Πραγματογνωμοσύνη]

Σε περίπτωση κατά την οποία ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ωφέλιμη για τη διαδικασία την συμμετοχή πραγματογνώμονα στη διαμεσολάβηση, τα μέρη πρέπει να συμφωνούν για το πρόσωπό του και βαρύνονται αποκλειστικά με τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης και την αμοιβή του. Ο πραγμα-τογνώμονας δεσμεύεται από το απόρρητο της διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 14 [Λήξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης]

1. Σε περίπτωση κατά την οποία τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία για τη διαφορά, αυτή διατυπώνεται εγγράφως σε συμφωνητικό. Ο Διαμεσολαβητής υποστηρίζει τα μέρη στη σύνταξη ενός σαφούς και πλήρους κειμένου συμφωνίας. Η προαναφερόμενη συμφωνία αποτελεί μέρος του Πρακτικού Διαμεσολάβησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 9 του Ν. 3898/2010. Σε περίπτωση κατά την οποία η συμφωνία δεν αφορά ή δεν αφορά μόνο σε αξίωση που μπορεί να εκτελεσθεί αναγκαστικά, ο Διαμεσολαβητής δύναται να παροτρύνει τα μέρη να συμπεριλάβουν ρήτρα διαιτησίας στην εν λόγω συμφωνία. Με την υπογραφή της Συμφωνίας Διαμεσολάβησης και τη σύνταξη του Πρακτικού Διαμεσολάβησης ολοκληρώνεται η διαδικασία διαμεσολάβησης. Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει σχετικά τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης εγγράφως.
2. Έκαστο των μερών μπορεί να τερματίσει οποτεδήποτε τη διαδικασία διαμεσολάβησης με έγγραφη δήλωση στο Διαμεσολαβητή ή στον Συντονιστή Διαμεσολάβησης χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένο προς τούτο λόγο.
3. Με απόφαση του Διαμεσολαβητή τερματίζεται η διαδικασία διαμεσολάβησης, αν υπάρχουν σημαντικοί λόγοι, ιδίως στη περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ των μερών. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής δύναται να αποσυρθεί από τη διαμεσολάβηση με αιτιολογημένη έγγραφη δήλωσή του προς τον Συντονιστή Διαμεσολάβησης. Ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης ενημερώνει τα μέρη εγγράφως για τη λήξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης και δύναται να παροτρύνει τα μέρη να προσφύγουν στη διαιτησία.
4. Σε περίπτωση κατά την οποία τα μέρη δεν κατέληξαν σε συμφωνία για τη διαφορά, ο Διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης, στο οποίο διαπιστώνει την αποτυχία της διαδικασίας.

 

Άρθρο 15 [Επιπτώσεις σε άλλες διαδικασίες]

1. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης τα μέρη δεσμεύονται να μην προβούν σε δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες για τη προβολή αξιώσεων, που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Επιπλέον κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης ή διαιτητικής διαδικασίας τα μέρη δεσμεύονται να αιτηθούν εκουσίως την διακοπή της διαδικασίας για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης, σε περίπτωση που η διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης επηρεάζει τη δίκη ή τη διαιτησία.
2. Προθεσμίες σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που έχουν ορισθεί συμβατικά από τα μέρη και είναι αντικείμενο της διαδικασίας διαμεσολάβησης, διακόπτονται καθ’ όλη καθ’ολη τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης στην έκταση που ορίζει ο Νόμος.

 

Άρθρο 16 [Δαπάνες της διαδικασίας διαμεσολάβησης]

1. Οι δαπάνες της διαδικασίας διαμεσολάβησης αποτελούνται από τα έξοδα φακέλου, την αμοιβή του Διαμεσολαβητή, όπως και -κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών- από τα τυχόν έξοδα του ΟΔΔΕΕ και του Διαμεσολαβητή.
2. Τα έξοδα φακέλου και η αμοιβή του Διαμεσολαβητή ορίζονται σύμφωνα με τον Πίνακα Αμοιβών (Παράρτημα 2), ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος Κανονισμού.
3. Τα μέρη βαρύνονται με τις δαπάνες της διαδικασίας διαμεσολάβησης κατ’ ισομοιρία, εκτός αν συμφωνηθεί εγγράφως διαφορετικά. Τα μέρη ευθύνονται έναντι του ΟΔΔΕΕ εις ολόκληρον για τις δαπάνες της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Το σύνολο των εξόδων του φακέλου όπως και η αμοιβή του Διαμεσολαβητή για τέσσερις (4) ώρες προκαταβάλλονται από τα μέρη, έκαστο κατά την αναλογία του. Μετά την καταβολή του εν λόγω ποσού, η Γραμματεία Διαμεσολάβησης παραδίδει το φάκελο στο Διαμεσολαβητή. Το υπόλοιπο της αμοιβής του Διαμεσολαβητή καταβάλλεται τμηματικά από τα μέρη, εκάστοτε κατόπιν σχετικής πρόσκλησης της Γραμματείας Διαμεσολάβησης. Με την περάτωση της διαδικασίας διαμεσολάβησης πραγματοποιείται σχετική εκκαθάριση.
4. Τα έξοδα φακέλου καταβάλλονται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν επετεύχθη πλήρης ή μερική συμφωνία των μερών.
5. Σε περίπτωση πολυμερούς διαμεσολάβησης, η δαπάνη αυξάνεται κατά είκοσι τοις εκατό (20 %) για κάθε πρόσθετο μέρος.

 

ΙΙΙ. ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 17 [Εφαρμοστέο Δίκαιο]

1. Οι διαδικασίες διαμεσολάβησης η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό, υπάγονται στον Ν. 3898/2010 στην εκάστοτε ισχύουσα μορφή, καθώς και στα σχετικά με την Διαμεσολάβηση λοιπά νομοθετήματα, άσχετα από τον τόπο διεξαγωγής των συναντήσεων και το εφαρμοστέο στη εκάστοτε διαφορά ουσιαστικό Δίκαιο.
2. Τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία να δικάζουν οποιαδήποτε διαφορά που τυχόν ανακύψει από διαδικασία διαμεσολάβησης που έχει υπαχθεί στον παρόντα Κανονισμό.

 

Άρθρο 18 [Γλωσσικές εκδοχές του Κανονισμού Διαμεσολάβησης]

1. Ο παρών Κανονισμός Διαμεσολάβησης υφίσταται στα Ελληνικά και στα Γερμανικά. Για την εκάστοτε διαδικασία διαμεσολάβησης ισχύουν στον ίδιο βαθμό το ελληνικό και το γερμανικό κείμενο.
2. Εφόσον υφίστανται αποκλίσεις μεταξύ των δύο γλωσσικών εκδοχών ο Συντονιστής Διαμεσολάβησης ερμηνεύει το σχετικό άρθρο με τρόπο που να εναρμονίζεται το περιεχόμενο τους, λαμβάνοντας υπόψη τον Κανονισμό Διαμεσολάβησης στο σύνολό του.
3. Σε περίπτωση που η ερμηνεία βάσει της ανωτέρω παραγράφου δεν καθίσταται δυνατή, ισχύει η έκδοση εκείνη του Κανονισμού Διαμεσολάβησης, στη γλώσσα της οποία έχει συνταχθεί η συγκεκριμένη εκάστοτε διαδικασία διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 19 [Ισχύουσα μορφή]

Ο παρών Κανονισμός Διαμεσολάβησης εφαρμόζεται στη μορφή, η οποία ισχύει κατά τη διάρκεια της έναρξης της διαδικασίας διαμεσολάβησης.